Το δικαίωμα στην
προσωπικότητα εμπεριέχεται στις παρακάτω διατάξεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5
παρ. 1 του Συντ. ρητά ορίζει πως «καθένας έχει δικαίωνα να αναπτύσσει ελεύθερα
την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική
ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα
δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Τη
διάταξη αυτή συμπληρώνουν και άλλες, όπως το άρθρο 2 παρ. 1 Συντ., το οποίο
καθιερώνει «ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» τον σεβασμό και την
προστασία της αξίας του ανθρώπου. Αναλυτικότερα, η ιδιωτική ζωή συνιστά τον
πυρήνα της ανθρώπινης προσωπικότητας, της αξίας του ανθρώπου. Σχετικές
διατάξεις είναι το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και ειδικότερα το
δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση ως συνταγματικά προστατευόμενη αξία
απορρέει από τις διατάξεις αρ.2 παρ.1 (ανθρώπινη αξιοπρέπεια) , 9 (κατοικία ,
ιδιωτική και οικογενειακή ζωή).
Από τις παραπάνω
διατάξεις συνάγεται πως το δικαίωμα της προσωπικότητας αποτελείται από τρία θεμελιώδες
στοιχεία από τον ιδιωτική ζωή, την ελευθερία και την αξία του ανθρώπου. Η
ανεξέλεγκτη ανθρώπινη ελευθερία θα μπορούσε να καταλήξει στην αυθαιρεσία και
στην αναρχία μίας οργανωμένης κοινωνίας, γι αυτό υπάρχουν περιορισμοί στο άρθρο
5 § 1 του Συντάγματος. Υπάρχει μια τριάδα περιορισμών α) μη προσβολή των
δικαιωμάτων των άλλων β) μη παραβίαση του ίδιου του Συντάγματος γ) και των χρηστών ηθών[1].
Στον τρίτο περιορισμό
γίνεται αναφορά στα χρηστά ήθη. Η ρήτρα αυτή δεν περιορίζει η ίδια ευθέως την
ελευθερία του ατόμου αλλά απλώς δίνει στον νομοθέτη τη δυνατότητα να επιβάλλει
περιορισμούς, προκειμένου να προστατεύσει τα χρηστά ήθη[2]. Τα
χρηστά ήθη δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο αξιολόγησης της
αντισυνταγματικότητας νομοθετικών ρυθμίσεων[3].Γι
αυτό δομούνται από τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αρκεί να μην καταπατούν
ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και φέρουν την ισοπέδωση της προσωπικότητας[4].
Όπως επίσης, τα χρηστά ήθη είναι εύλογο να μην ερμηνεύονται από τις
υποκειμενικές αντιλήψεις του δικαστή και από την κοινωνική ηθική[5]. Είναι
αυτονόητο πως ο νομοθέτης δεν είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει την κρατούσα
κοινωνική ηθική και ούτε κάτι τέτοιο διαφαίνεται στις διατάξεις του
Συντάγματος. Για παράδειγμα, ο νομοθέτης μπορεί να επιτρέψει τη λειτουργία
παραθερισμού γυμνιστών σε απομονωμένους ή μη χώρους ή να θεσπίσει κάποια μορφή
νομικού δεσμού (γάμος) μεταξύ ομοφυλοφίλων[6].
Πρέπει να σημειωθεί πως η έννοια των «χρηστών ηθών» δεν περιβάλλεται από κάποιο
εξωσυνταγματικό κώδικα ηθικών αξιών όπως αυτό της Ορθόδοξης Χριστιανικής
Εκκλησίας. Συνεπώς, αποδεικνύεται πως η προσβολή των χρηστών ηθών εξετάζεται
μεμονωμένα με βάση τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις[7].
Όπως λοιπόν γίνεται
αντιληπτό, το δικαίωμα της προσωπικότητας είναι βασικότατο δικαίωμα με πολυδιάστατη μορφή. Θα ήθελα να διατυπώσω την
άποψη μου όσον αφορά τον τρίτο περιορισμό της προσβολής «των χρηστών ηθών». Η
κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ηθική συνιστούν τα «χρηστά ήθη». Η κοινωνική ηθική περιβάλει τις νοοτροπίες
περί αγαθού και κακού που ισχύουν σε μια κοινωνία. Ιστορικά παρατηρείται πως η
κοινωνική ηθική διαμορφώθηκε με τη μορφή θρησκευτικών επιταγών με το αγαθό να
παρουσιάζεται ως αρεστό στο Θεό και το κακό ως αποδοκιμαζόμενο από αυτόν.
Στην Ελλάδα, η
κοινωνική ηθική είναι χειραφετημένη με τη θρησκεία με την πλειοψηφία των
εκπροσώπων του Ορθόδοξου Χριστιανισμού και της Ορθόδοξης Εκκλησιάς διαμορφώνουν
συνειδήσεις και κοινωνικές αντιλήψεις προσηλυτίζοντας την πλειοψηφία του κόσμου για να ακολουθήσει
τη δική της γραμμή και επιταγές. Συνεπώς, τα χρηστά ήθη δημιουργούνται και
εδραιώνονται στις συνειδήσεις του κόσμου με βάση τα παραπάνω. Παρατηρείται
συχνά πως αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες τοποθετούνται πολιτικά δημοσίως
εκμεταλλευόμενοι τη δυναμική και τον «οπαδισμό» των ανθρώπων προς τη θρησκεία
και την εκκλησία. Επομένως, δημιουργείται διχασμός και διπολισμός στο
κοινωνικό σύνολο και η δημιουργία προκαταλήψεων και στερεοτύπων ενώ βρίσκονται
υποστηρικτές κόμματα όπως η Χ.Α, καθιστώντας μ’αυτόν τον τρόπο εξαιρετικά
επικίνδυνες τις ισορροπίες του κοινωνικού ιστού. Προϊόν αυτού του συντηρητισμού
που εκφράζουν οι εκπρόσωποι του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, είναι να πλάθονται
ανοσιουργηματικές συνειδήσεις και συντηρητικοί εκλογείς και αυτοί με τη σειρά τους
να ψηφίζουν συντηρητικούς πολιτικούς. Έχουμε μία στοχευόμενη ηθικοποίηση του
δικαίου.
Επίκαιρο και πρόσφατο
παράδειγμα είναι η τροπολογία, στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, που προτάθηκε για
τα ομόφυλα ζευγάρια. Να επεκταθεί το σύμφωνο συμβίωσης και σε αυτά ύστερα από
εισήγηση και καταδίκη-απόφαση του ΕΔΔΑ, καθώς η Ελλάδα παραβιάζει την ΕΣΔΑ. Όπως ορίζεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, πρέπει να
ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις, οι αλλαγές στις αντιλήψεις στα κοινωνικοπολιτικά
ζητήματα. Με την απόφαση Shalk and Kopf v Austria το ΕΔΔΑ είχε
αναγνωρίσει ότι η σταθερή συμβίωση δύο ομόφυλων προσώπων συνιστά οικογενειακή
(και όχι απλώς προσωπική) ζωή, κατά την έννοια της ΕΣΔΑ, και προστατεύεται ως
τέτοια. Ο
αποκλεισμός των ζευγαριών αυτών από τη δυνατότητα να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης
δεν εξυπηρετεί κανέναν θεμιτό σκοπό του Έλληνα νομοθέτη, ώστε να απολαμβάνουν
τα θετικά μιας οικογενειακής ζωής. Ήδη μητροπολίτες και αρχιεπίσκοποι έχουν λάβει
θέση δημόσια ασκώντας πίεση σε πολιτικούς εκβιάζοντας τους με αφορισμό για μην
ψηφιστεί η τροπολογία. Τίθεται λοιπόν ζήτημα ελλείμματος φιλελευθερισμού και
πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας ώστε να μην
λογαριάζεται πιθανό πολιτικό κόστος για την απόφαση μίας τέτοιας τροπολογίας.
Αξίζει να υπογραμμιστεί πως ένα ακόμη αποτέλεσμα του θρησκευτικού φανατισμού
είναι και τα επεισόδια στο θέατρο Χυτήριο για την παράσταση «Corpus Christi» με πρωταγωνιστές παππάδες, παραχριστιανικές
οργανώσεις και μέλη της Χ.Α.
[1] Κώστας Χ. Χρυσόγονος, "Ατομικά
και Κοινωνικά Δικαιώματα", 3η εκδ Νομική Βιβλιοθήκη 2006,
σελ 179
[2] Ό. π σελ
180.
[3] Ό. π
[4] Ό. π
[5] Ό. π σελ
180-181
[6] Ό. π
[7] Ό. π
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου