Το Κόσοβο δεν είναι μέλος της FIFA, ωστόσο η παγκόσμια ομοσπονδία έδωσε να άδεια να λάβει χώρα σε επίσημο φιλικό αγώνα. Το ίδιο έπραξε και η ομοσπονδία της Σερβίας (η συγκεκριμένη χώρα δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο) με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχουν σημαίες και εθνικοί ύμνοι στο παιχνίδι. Με αφορμή  το πρώτο παιχνίδι με την Αϊτή που έδωσε στην ιστορία του το Κόσοβο, μετά την ανεξαρτητοποίησή του από την Σερβία τον Φεβρουάριο του 2008, μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ σε περιπτώσεις που εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου είχαν καθοριστικό και καταλυτικό ρόλο στην ανεξαρτησία και στην αυτονομία ενός κράτους.                                                                                                                            
      Ο ιδρυτής και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σχέσεων στο Παρίσι, Pascal Boniface, στον κλασικό ορισμό του Κράτους προσθέτει ακόμη ένα κριτήριο πέρα από το έδαφος, τον λαό, την κυβέρνηση και μια εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Η εθνική ανεξαρτησία του εκάστοτε κράτους καθορίζεται με την διαφύλαξη του συνόρου του, με το να κόβει νόμισα και να λαμβάνει μέρος σε ποδοσφαιρικές διοργανώσεις όπως τονίζει ο ίδιος. Με τη συμμετοχή μιας εθνικής ομάδας σε ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, αντιπροσωπεύεται μέσω αυτής ένα ολόκληρο έθνος, μία εθνική ταυτότητα. Συνεπώς, οι συνήθεις κοινωνικοπολιτικές, τοπικές και θρησκευτικές διακρίσεις των οπαδών εξαιτίας των τοπικών ντέρμπυ να παραγκωνίζονται.                                                                                                        

      Όπως υπογραμμίζει ο ιστορικός Eric Hobsbaum «Αυτό που καθιστά τον αθλητισμό ένα μοναδικό μέσο εγχάραξης του εθνικού συναισθήματος, είναι η ευκολία με την οποία τα άτομα, ακόμα και τα λιγότερο πολιτικοποιημένα, μπορούν να ταυτιστούν με το έθνος, έτσι όπως αυτό συμβολίζεται από νέους ανθρώπους, οι οποίοι διαθέτουν στο μέγιστο βαθμό μια ιδιότητα που σχεδόν κάθε άνθρωπος θέλει ή θέλησε κάποια στιγμή στη ζωή του να διαθέτει: το ταλέντο σε κάτι». Το ποδόσφαιρο αποτελεί την μεγαλύτερη ένδειξη πως κάθε έθνος μπορεί να διεκδικήσει την εθνική του υπόσταση στον παγκόσμιο χάρτη.
                        
                                        
                                Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ                                                          
Στον αγώνα που έφερε αντιμέτωπες τη Δυναμό Ζάγκρεμπ με τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, στις 13 Μαρτίου 1990. Οι οπαδοί των δύο συλλόγων, από την Κροατία ο πρώτος και από τη Σερβία ο δεύτερος, ενεπλάκησαν σε σοβαρά επεισόδια που είχαν σαν αποτέλεσμα 60 θεατές σοβαρά τραυματισμένους. Από το 1989, οι Κροάτες οπαδοί φώναζαν στο γήπεδο, κάθε φορά που αντιμετώπιζαν Σέρβικες ομάδες: «Σλόμπο (Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο Σέρβος πρόεδρος) δεν θα γλιτώσει από τα μαχαίρια μας». Οι αγώνες στα ποδοσφαιρικά γήπεδα χρησιμοποιούνται ως ένα μέσο και ως αφορμή, ώστε η πλειοψηφία του λαού να πιέσει καταστάσεις μείζονος σημασίας, λόγου χάρη για τα εθνικά θέματα μιας χώρας.                                          

Γίνεται αντιληπτό, πως τα γήπεδα ποδοσφαίρου και ο συγκεκριμένος αγώνας αποτέλεσε ως ένας τρόπος για να αναδυθεί και να διαδοθεί το πρόβλημα του Κροατικού λαού που επιδίωκε την απόσχιση του από το Σοσιαλιστικό Ομοσπονδιακό κράτος της Σερβίας. Ίσως, αυτοί που φώναζαν το σύνθημα να μην ήταν μόνο φίλοι του ποδοσφαίρου αλλά και άνθρωποι αγανακτισμένοι που είχαν σαν όραμα την ανεξαρτησία τους. Τους δινόταν η ευκαιρία να αναδείξουν αυτό το σοβαρό θέμα και να το μεταβιβάσουν σε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα.  Γνώριζαν πως μόνο έτσι θα εισακουστεί η φωνή τους παρά μέσω ενός άλλου τρόπο αντίδρασης (πχ διαδηλώσεις), γιατί θα υπήρχε η προσπάθεια για την παρεμπόδιση και για τη φίμωση τους από το καθεστώς του Μιλόσεβιτς. Σίγουρα ήταν ο πιο γρήγορος, άμεσος, αποτελεσματικότερος και ειρηνικός τρόπος διάδοσης των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων. Κατά συνέπεια, το εθνικό πρόβλημα της Κροατίας να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις και βοήθησε να αποκαλυφθεί η κρίση του.                                            

Επίσης, στον αγώνα μεταξύ της Παρτιζάν Βελιγραδίου κα της Χάιντουκ Σπλιτ, στο Σπλιτ στις 26 Σεπτεμβρίου 1990. Οι οπαδοί της Χάιντουκ έκαψαν τη σημαία της Γιουγκοσλαβίας. Ένας από τους βασικότερους Σέρβους εγκληματίες πολέμου ο Ζέλικο Ρατσνάτοβιτς, γνωστότερος ως Αρκάν, ήταν αρχηγός των οπαδών του Ερυθρού Αστέρα. Χρόνια πριν είχε δηλώσει: «Στις 13 έγινε ένα ματς και αμέσως μετά οργανωθήκαμε. Αυτό το ματς στο Ζάγκρεμπ με έκανε να καταλάβω ότι θα γίνει πόλεμος, πρόβλεψα και ήξερα ότι τα μαχαιριά των ουστάζι (κροάτες φασίστες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου) θα έσφαζαν ξανά τα γυναικόπαιδα από τη Σερβία»..
                 
                               
                              Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΓΕΡΙΑΣ


       Κάθε νέο ανεξάρτητο κράτος διεκδικεί να ενταχθεί στη FIFA. Είναι εξίσου σημαντικό με την επικείμενη ένταξη του στον Ο.Η.Ε. Η FIFA έχει αποφασίσει, ότι θα εντάξει εθνικές ομάδες που τα κράτη που αντιπροσωπεύουν θα έχουν αποκτήσει πολιτική ανεξαρτησία. Συχνά, η ποδοσφαιρική ομάδα προϋπάρχει του Κράτους, όπως η ομάδα FLN, του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας, από το 1958 έως το 1961. Στις 15 Απριλίου του 1958, μια ασυνήθιστη μαύρη γραμμή έκρυβε τον λογοκριμένο τίτλο της Equipe: «9 Αλγερινοί ποδοσφαιριστές εξαφανίστηκαν». Ανάμεσα στους 53 επαγγελματίες που αγωνίζονταν στην Α’ και Β’ Εθνική της Γαλλίας, οι καλύτεροι ήταν αυτοί που είχαν φύγει. Ανάμεσα τους ο Μουσταφά Ζιτουνί και ο Ρασίντ Μεκλουφί, μέλη της Εθνικής Γαλλίας.                                            


      Τελικά οι ποδοσφαιριστές είχαν διαφύγει μέσω Ελβετίας στην Τυνήσια. Ο Φεράτ Αμπάς, ο πρόεδρος της τότε προσωρινής κυβέρνησης, δήλωσε: «Είναι προφανές ότι αποδίδουμε εξαιρετική σημασία σε αυτήν την ομάδα, αφού με την παρουσία της δίνει στο εξωτερικό την εικόνα ενός λαού που αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του». Ο Ραχίντ Μελκούφι, πρωταθλητής Γαλλίας με την Σαιντ Ετιέν, 22 χρόνων τότε, ήταν σίγουρο ότι θα αγωνιστεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 άρα ρίσκαρε να καταστρέψει την καριέρα του για να υπερασπιστεί τον αγώνα του λαού του. Οι χώρες του Μαγκρέμπ (Τυνήσια και Μαρόκο), είχαν αναγνωρίσει πολιτικά το FLN, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τις χώρες της Ανατολής. Γι αυτό, οργανώθηκαν περιοδείες για τη σύσφιξη σχέσεων και γνωστοποίηση των αιτημάτων του μετώπου. Κάθε φορά που αγωνιζόταν αυτή η ομάδα της Αλγερίας υπενθύμιζε στον υπόλοιπο κόσμο τις πολιτικές διαθέσεις της που συνοδεύονταν με την αντιπροσωπεία φυσικά του FLN. Η ομάδα αυτή αγωνιζόταν με επίλεκτες ομάδες της Ασίας που έμοιαζαν σχεδόν με εθνικές ομάδες καθώς δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ομάδες της FIFA λόγω των κανονισμών. 

                                           
                                         Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ                              

Ακόμη μια χώρα που διεκδικεί μέχρι και τώρα την ανεξαρτησία της είναι η Παλαιστίνη. Το PLO, όπως και το FLN, δημιούργησε μια εθνική ποδοσφαιρική ομάδα από το 1964 με τον αρχηγό της να λέει χαρακτηριστικά «Ο λαός μου μάχεται με πέτρες. Εγώ μάχομαι γι αυτόν παίζοντας ποδόσφαιρο». Όλα αυτά ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 και ενώ η διαδικασία ειρήνευσης με το Ισραήλ είχε διακοπεί. Μετά την έναρξη της Ιντιφάντα, οι ισραηλινές αρχές απαγόρευσαν σταδιακά τους αγώνες ποδοσφαίρου, κάτι τέτοιο αποσκοπούσε τα γήπεδα ποδοσφαίρου να μην λειτουργήσουν ως βήμα διεκδίκησης και εθνικής συνείδησης για τους Παλαιστίνιους.                                                                        

Η παλαιστινιακή ομάδα, εξαιτίας της επανέναρξης της Ιντιφάντα, υποχρεώθηκε να δώσει όλα της παιχνίδια στο εξωτερικό. Κάποια στο Χόνγκ Κονγκ και κάποια άλλα στο Κατάρ, μετά από προετοιμασία αρκετών εβδομάδων στην Αίγυπτο. Σε κάθε ματς γίνεται έπαρση της σημαίας και ακούγεται ο ύμνος. «Το όνομα μας εμφανίζεται πλέον στον παγκόσμιο χάρτη του αθλητισμού» αναφέρει ο τότε Παλαιστίνιος υπουργός Αθλητισμού. Για τον Φαντί Λάφι, επιθετικό της παλαιστινιακής ομάδας, το διακύβευμα είναι καθαρό: « Είναι κάτι που πάει πέρα από τον αθλητισμό. Θέλουμε να θυμίσουμε σε όλον τον κόσμο ότι υπάρχει μια χώρα με το όνομα Παλαιστίνη».                                                                                                        
     Συμπερασματικά καταλήγουμε πως κάθε εθνική ομάδα αποτελεί μια πηγή κουλτούρας, ήθη, εθίμων και εθνικής εθνότητας. Είναι μία απόδειξη πως μία ομάδα ποδοσφαίρου έχει τη δυνατότητα να συσπειρώσει ένα έθνος και να λειτουργήσει σαν συνδετικός κρίκος μεταξύ της κοινωνίας με την εθνική ταυτότητα. Βεβαιώνεται ότι πολλές φορές τα ποδοσφαιρικά γήπεδα αποτελούν φωνή διαμαρτυρίας από τον ίδιο τον λαό για θέματα κοινωνικά, πολιτικά, θρησκευτικά και εθνικά.. Το ποδόσφαιρο αποτελεί έναν από τους θεμελιώδης λίθους της κοινωνίας. Ένα γήπεδο ποδοσφαίρου μπορεί να καταπνίξει μέχρι να αναζωπυρώσει ένα κοινωνικό πρόβλημα.